facebook

Ο Θολωτός Μυκηναϊκός Τάφος του Μενιδίου

Ο Θολωτός Μυκηναϊκός Τάφος του Μενιδίου

Στην οδό Φιλαδελφείας (ύψος 217) στον Κόκκινο Μύλο, στις Αχαρνές, δίπλα ακριβώς από τον δρόμο, εντός περιφραγμένης θέσης, βρίσκεται ο καλύτερα διατηρημένος Μυκηναϊκός θολωτός τάφος στην Αττική. Ο τάφος, άγνωστος στο ευρύ κοινό, είναι σήμερα επισκέψιμος.

Στο παρόν άρθρο παρουσιάζουμε τα ιστορικά, αρχαιολογικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία για τον τάφο και παροτρύνουμε κάθε ενδιαφερόμενο να επισκεφτεί το εν λόγω ιδιαίτερο μέρος, το οποίο γειτνιάζει και συνδέεται και με τον ποταμό Κηφισό, ο οποίος διέρχεται λίγο πιο Ανατολικά.

Το χρονικό της ανακάλυψης

Το φθινόπωρο του 1872, στο Μενίδι (Αχαρναί), στην περιοχή του Κόκκινου Μύλου (θέση Λυκότρυπα), 3 χιλιόμετρα περίπου νότια από το κέντρο της σημερινής πόλης και 25 λεπτά περπάτημα από το τότε Μενίδι, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο ανασκαφέας (Lolling 1880), ανακαλύπτεται τυχαία από μερικούς αγρότες ένας θολωτός τάφος. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, κάποιος από τους αγρότες, απομακρύνοντας μια μεγάλη πέτρα, μπόρεσε να μπει στον θολωτό τάφο από ψηλά. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ένας έμπορος αντικών ανέφερε το εύρημα στο σχετικό υπουργείο. Το φθινόπωρο του 1878 δείχνει ενδιαφέρον και επισκέπτεται τον τάφο ο Γερμανός αρχαιολόγος, Gustav Körte. Ο Gustav Körte, γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1852 στο Βερολίνο και πέθανε στις 15 Αυγούστου 1917 στο Γκέτινγκεν. Έμεινε γνωστός για την ανακάλυψη της αρχαίας πόλης Γόρδιο στη Μικρά Ασία.

Με πρωτοβουλία του Körte και την παράλληλη μεσολάβηση του Πρωσογερμανού διπλωμάτη και απεσταλμένου του Γερμανού αυτοκράτορα, Joseph Maria von Radowitz, ο Γερμανός αρχαιολόγος Habbo Gerhard Lolling έλαβε την σχετική άδεια να σκάψει τον τάφο, εκ μέρους του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Οι ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν από τις 30 Απριλίου έως τις 7 Ιουνίου του 1879, υπό την εποπτεία του τότε Γενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων, Παναγιώτη Σταματάκη, ο οποίος ήταν ένας αυτοδίδακτος αρχαιολόγος και σύμβουλος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Ο ίδιος ο Lolling, στην αρχή της δημοσίευσης του για τον τάφο (Lolling 1880), αναφέρει σχετικά με την συνεργασία του με τον Σταματάκη:

«Η επιλογή δεν θα μπορούσε να ήταν πιο ευτυχής. Η πλούσια εμπειρία και ο ανιδιοτελής ζήλος του διακεκριμένου υπαλλήλου έκανε τη συμμετοχή του εξίσου γόνιμη όσο ευχάριστη.»

Τον Lolling βοήθησε ο Γερμανός αρχιτέκτονας Richard Bohn, ο οποίος σχεδίασε τη διάταξη του τάφου και ο Ελβετός καλλιτέχνης και αρχαιολόγος, γνωστός για τις ανακατασκευές του, μυκηναϊκών και μινωικών αντικειμένων από την Εποχή του Χαλκού, Emile Gilliéron, ο οποίος μελέτησε τα ευρεθέντα αντικείμενα. Τα σχετικά ευρήματα από τον τάφο βρίσκονται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών.

Πάνω από την εξωτερική πλευρά της εισόδου υπάρχουν τέσσερις οριζόντια τοποθετημένες πλάκες για την ανακούφιση της πέτρας κάλυψης, ενώ στο εσωτερικό εντοπίζεται ανακουφιστικό τρίγωνο πληρωμένο με πέτρες.

Οι δομικοί λίθοι που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του μνημείου λατομεύθηκαν στην περιοχή και κατά πάσα πιθανότητα προέρχονται από τις κοντινές πεδιάδες του Κηφισού ποταμού, καθώς η διάβρωση τους είναι ποτάμια.

Τα τοιχεία του δρόμου, που συγκρατούσαν το χώμα στα πλαϊνά, είναι κτισμένα με αργολιθοδομή. Έχουν κτιστεί με σχετικά μικρές πέτρες ακανόνιστου σχήματος, με τους αρμούς να είναι γεμάτοι με ακόμα μικρότερες πέτρες.

Ο ταφικός θάλαμος είναι κατασκευασμένος κατά τον εκφορικό τρόπο δόμησης, και αυτός με σχετικά μικρές πέτρες που έχουν υποστεί ελάχιστη επεξεργασία. Μόνο οι ακρογωνιαίοι λίθοι της πρόσβασης επεξεργάστηκαν πιο προσεκτικά. Η θόλος που σχηματίζεται έχει σχήμα κωνικό, με διάμετρο δαπέδου του θαλάμου στα 8,35 μέτρα και με ύψος στην κλείδα (ο τελευταίος λίθος, που συγκρατεί τα τοιχώματα της θόλου και στερεώνει ολόκληρη την κατασκευή) στα 8,74 μέτρα.

Το υπέρθυρο στην είσοδο του στομίου αποτελείται αποτελείται από τρεις διαδοχικούς μονόλιθους. Πάνω από αυτό εσωτερικά διαπιστώνεται το ανακουφιστικό τρίγωνο, ενώ εξωτερικά υιοθετήθηκε ένα πρωτότυπο σύστημα με την τοποθέτηση οριζοντίως τεσσάρων μικρότερων λίθων παράλληλων μεταξύ τους με μικρά κενά ενδιάμεσα 10-18 εκατοστών και με το πάχος τους να αυξάνεται από κάτω προς τα πάνω από περίπου 20 εκατοστά έως 40 εκατοστά.  Οι ανασκαφές και οι έρευνες δεν βρήκαν ίχνη από στοιχεία που να δείχνουν ότι μια πόρτα έκλεινε τον τάφο.

Το δάπεδο αποτελείται από πολλά στρώματα πέτρας, με συνολικό ύψος 70 εκατοστών και καλυπτόταν τελικά από λασπώδη πηλό. Το ανώτερο επίχρυσμα ήταν ένα στρώμα ασβέστου πάχους 5 cm.

Έξω από τον τάφο, χτίστηκε ένας κυκλικός δακτυλιοειδής τοίχος για να αποτραπεί η έκπλυση της γης πάνω από τον τάφο.  Εξωτερικά η θόλος είναι καλυμμένη με χώμα που σχηματίζει τύμβο.

Η ιστορία του τάφου

Οι αρχαιολόγοι, με βάση τα ευρήματα, τις τεχνικές κτισίματος και διάφορες χαρακτηριστικές κατασκευαστικές λεπτομέρειες χρονολόγησαν τον τάφο στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ εποχή (14ος – 13ος αι. π.Χ.). Οι σκελετοί, τα κρανία και τα κόκκαλα που βρέθηκαν οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι τουλάχιστον έξι άνθρωποι θάφτηκαν στον τάφο. Ο τάφος ήταν οικογενειακός και θα ανήκε σε τοπικό άρχοντα (τοπάρχη) της περιοχής. Το κέντρο του μυκηναϊκού οικισμού, του οποίου ο άναξ και η οικογένειά του ήταν θαμμένοι στο θολωτό τάφο Αχαρνών, δεν έχει εντοπιστεί με απόλυτη βεβαιότητα. Το 1947 η έρευνα Άγγλων αρχαιολόγων στην περιοχή της Νεμέσεως, ένα χιλιόμετρο ανατολικά-νοτιοανατολικά του θολωτού τάφου, έφεραν στο φως ίχνη μυκηναϊκής κατοίκησης, που πιθανότατα συνδέονται με τον άρχοντα των Αχαρνών που τάφηκε εδώ.

Βασισμένη στα βαριά εμπορεύματα, τα οποία ήταν επίσης διάσπαρτα σε ασταθή κατάσταση στον τάφο, η ωφέλιμη ζωή μπορεί να αποδοθεί στην περίοδο από τον 14ο έως τον 13ο αιώνα π.Χ. (*Ι-2)

Τα ευρήματα του τάφου

Μέσα στον τάφο βρέθηκαν πολυάριθμα αντικείμενα της μυκηναϊκής περιόδου: πήλινα και λίθινα αγγεία, χάλκινα όπλα, ελεφαντοστέινα αντικείμενα, σφραγιδόλιθοι από ημιπολύτιμους λίθους, κοσμήματα από χρυσό, άργυρο, χαλκό, υαλόμαζα και φαγεντιανή. Από τα πιο αξιόλογα ευρήματα του τάφου είναι μία ελεφαντοστέινη λύρα και μία ελεφαντοστέινη κυλινδρική πυξίδα. Η λύρα, η καλύτερα διατηρημένη από τις δύο που βρέθηκαν μέσα στον ταφικό θάλαμο, ήταν οκτάχορδη ή επτάχορδη, διακοσμημένη με ανάγλυφες σφίγγες στη βάση της και αποτελεί σπάνιο και πολύτιμο εύρημα για μας σήμερα για τη γνώση της μουσικής στην αρχαιότητα.

Η πυξίδα έφερε πώμα και ήταν διακοσμημένη με ανάγλυφα αγριοκάτσικα σε δύο ζώνες, ενώ το πώμα έφερε τέσσερα αγριοκάτσικα σε ακτινωτή διάταξη. Επίσης στο θάλαμο βρέθηκαν πολλοί χαυλιόδοντες κάπρου, που θα συνέθεταν ένα μυκηναϊκό οδοντόφρακτο κράνος. Ο πλούτος των ευρημάτων του θολωτού τάφου του Μενιδίου μαρτυρά την υψηλή οικονομική και κοινωνική θέση των κατόχων του αλλά και το επίπεδο και την εξαίρετη καλλιτεχνική αίσθηση του μυκηναϊκού πολιτισμού. Επιπλέον η ύπαρξη τεσσάρων αμφορέων από τη Χαναάν της Παλαιστίνης μαρτυρεί τις εμπορικές επαφές που είχαν αναπτύξει οι κάτοχοι του τάφου με την Ανατολή.

Τέλος, όπως αναφέρει και η ιστοσελίδα του Τμήματος Αρχαιολογίας και Ιστορικής έρευνας του Δήμου Αχαρνών:

αξίζει να αναφερθεί πως στην επίχωση του δρόμου του τάφου βρέθηκαν ευρήματα που μαρτυρούν λατρεία αφηρωισμένων νεκρών, όπως ομοιώματα πήλινων αλόγων και ασπίδων και διάφορα χαρακτηριστικά αγγεία, όπως αμφορείς, οινοχόες, λουτήρια και μυροδοχεία. Τα ευρήματα αυτά φτάνουν μέχρι την Κλασική Εποχή (5ος αι. π.Χ.), οπότε και η προσφορά τους διακόπτεται απότομα. Ο λόγος πρέπει να αναζητηθεί στην ερήμωση και στην εγκατάλειψη της Αττικής από τους κατοίκους της εξαιτίας του Πελοποννησιακού πολέμου στα 431 π.Χ. Όπως γνωρίζουμε από τις πηγές, ο βασιλιάς των Σπαρτιατών Αρχίδαμος εισέβαλε στην Αττική από το πέρασμα μεταξύ του όρους Αιγάλεω και της Πάρνηθας, εγκαταστάθηκε με το στρατό του στις Αχαρνές και έκαψε τα κτήματα των κατοίκων τους.

Πηγή

Διαβάστε Ακόμα